Etymological WorkἘτυμολογικὸν Ἔργον
Orion of Thebes Etymological Work PDF
The Etymological Work is a grammatical treatise composed in Koine Greek by Orion of Thebes, a fifth-century CE grammarian. Structured as a collection of 126 concise entries, the work systematically explains the origins and meanings of Greek words, with a particular emphasis on proper names drawn from mythology and history. Orion employs a method of derivation based on perceived phonetic relationships and metaphorical connections between terms; for instance, he interprets the name Bellerophon as signifying "the slayer of Belleros." The treatise survives in an incomplete state within a single manuscript, the Codex Vaticanus Graecus 1456, which dates from the thirteenth or fourteenth century and breaks off at the 126th chapter. Regarded as a characteristic product of Late Antique grammatical scholarship, the work was created for educational use, reflecting the contemporary belief that a word's etymology revealed its fundamental nature. Its composition served to preserve and systematize classical Greek linguistic knowledge. The treatise later functioned as a source for Byzantine compilers, including the authors of the Suda encyclopedia, thereby contributing to the indirect transmission of ancient etymological learning.
| 1 | Ἀγαθόν : δὲ λέγεται παρὰ τὸ ἄγαν θεῖν· ἤγουν ἐφ’ ᾧ ἄγαν θέομεν ἤτοι ἐφιέμεθα. Ἀγλαά : παρὰ τὴν αἴγλην, ἐφ’ οἷς τις ἀγάλλεται καὶ λαμπρύνεται. |
| 3 | Ἄγγελος : εἴρηται παρὰ τὸ εἰς ἀγγελίαν πέμπεσθαι ἐκ θεοῦ ἐπὶ γῆς ἢ ἐξ οὐρανοῦ πρὸς ἄνθρωπον· διὰ τοῦτο καὶ εὐαγγελιστὴς εἴρηται διὰ τὸ εὖ ἀγγέλλειν ἡμῖν, ἤγουν καλόν· τὸ γὰρ εὖ καλόν ἐστιν. Ἄνθρωπος : λέγεται διὰ τὸ ἄνω θρεῖν ἤγουν ὁρᾶν ἢ πάλιν τὸ ἀνορθροῒ περιπατεῖν. |
| 5 | Ἀνάστασις : ἀνα–στάσις ἤγουν πάλιν ἀνάστασις. Ἀνάγνωσις : πάλιν γνῶσις· τὸ ἀνά πάλιν ἐστίν. |
| 7 | Ἀναγραφή : πάλιν γραφή. Ἄσκησις : διὰ τὸ ὡς ἀσκὸν νεκροῦσθαι τὸν ἀσκητήν· ὅρος δὲ αὐτῆς ὁ πόνος τῆς μαθήσεως. |
| 9 | Ἀσθένεια : παρὰ τὸ μὴ ἔχειν δύναμιν. Ἀσωτία : τὸ μὴ ὂν εἰς σωτηρίαν· σωτὴρ γὰρ τὸ σῶον τηρεῖν. |
| 11 | Ἀταξία : τὸ μὴ ὂν ἐν τάξει καλῇ. Αἰγιαλός : ὁ ἐγγὺς τῆς ἁλός, ἤγουν τῆς θαλάσσης. |
| 13 | Ἄκαιρον : τὸ παράκαιρον. Ἀναβίωσις : διὰ τὸ ἄνω βάσις, ἤγουν πάτησις. |
| 15 | Ἀμφίβληστρον : διὰ τὸ ἀμφιβάλλεσθαι. Ἄρχων : ὁ ἄρα ἔχων, πάντως ἔχων. |
| 17 | Ἀρτοκόπος : διὰ τὸν τοῦ ἄρτου κόπον. Ἀνεξικακία : διὰ τὸ ἀνέχεσθαι τὴν κακίαν. |
| 19 | Ἀρετή : λέγεται παρὰ τὸ ἀρέσκειν τῇ ἀληθείᾳ τὸ γινόμενον ... ἢ ἀρετὴ ἐκ τοῦ ἀρέσκεσθαι. Ἀκεστόν : ἐστι τὸ ἰάσιμον παρὰ τὸ ἀκέσασθαι καὶ ἀνήκεσθαι τὸν ἀθεράπευτον. |
| 21 | Ἄχος : ἀπὸ τοῦ μὴ διαχεῖσθαι· ὅθεν καὶ τὸ χαίρειν παρὰ τὸ διαχεῖσθαι. Ἄλογον : διὰ τὸ ἄμοιρον 〈εἶναι〉 τοῦ λόγου. |
| 23 | Ἀμάραντον : παρὰ τὸ ἀμαρεῖν, ὅτι οὐκ ἐᾷ τὰ παραπεφυκότα αὐτῇ μαραίνεσθαι. Ἄρουρα : παρὰ τὸ ἀραιοῦσθαι αὐτὴν γεωργουμένην· κυρίως δὲ ἡ πρὸς σπορὰν καὶ ἄροσιν ἐπιτηδεία. |
| 25 | Ἀγέρωχος : ὁ ἄγαν αὐχῶν. Αἰπόλος : παρὰ τὸ αἰγοπόλος, ἤγουν 〈ὁ〉 αἶγας βόσκων. |
| 26 | ἢ ὁ περὶ τὰ αἴπη εἱλούμενος, ὅ ἐστιν ὄρη. Ἄκριτον : τὸ ἀδιαχώριστον. |
| 28 | Ἄνηθον : διὰ τὸ ἄνω θεῖν. ἢ διὰ τὴν ἐν τάχει αὔξησιν. Ἀτέχνως : ἀδόλως· δόλος γὰρ ἡ τέχνη. |
| 30 | Ἀρνεῖσθαι : διὰ τὸ αἴρεσθαι τὰς χεῖρας ἐπὶ παραιτήσει. Ἀράχνη : παρὰ τὸ ἀναρριχᾶσθαι εἴρηται. |
| 31 | ἢ παρὰ τὴν ἀραιότητα. Ἀμᾶν : ἠμᾶσθαι· ἐπὶ τοῦ θερίζειν. |
| 32 | παρὰ τοῦ ὁμοῦ ἐπισπᾶν. Ἀκτή : παρὰ τὸ κατεαγνῦσθαι τὰ κύματα. |
| 34 | Ἁγνεία : παρὰ τὸ ἀγωνιᾶν εἰς τὸ καθαρεύειν. Ἄμπελος : παρὰ τὸ ἄνω πελάζειν. |
| 36 | Ἀραί : παρὰ τὸ αἴρειν. κακῶς. Ἀλύειν : παρὰ τὸ ἀπορεῖν καὶ ἐν πλάνῃ ἔχειν τὴν ψυχήν. |
| 38 | Ἀχλύς : ἡ ἄγαν εἰλύουσα καὶ ἀποκρύπτουσα. Ἄνεμοι : ἄμενοί τινες ὄντες, κατὰ μετάθεσιν στοιχείου, ὡς ἂν εἰ οὐκ ἠρεμοῦντες, ἢ ὡς οὐδὲν τὸ αὐτὸ μένοντες. |
| 40 | Ἀγρός : παρὰ τὴν ἄγραν. Ἄνεμος : διὰ τὸ ἀναμένειν καὶ πάλιν φυσᾶν. |
| 42 | Ἀήρ : διὰ τὸ ἀείρειν, ὅ ἐστι κουφίζειν. Ἀστήρ : διὰ τὸ ἄστατον ἔχειν τὸν δρόμον. |
| 44 | Ἀηδών : διὰ τὸ ἀεὶ ᾄδειν. Ἄκανθα : διὰ τὸ αἰκίζειν ἤγουν πλήττειν. |
| 46 | Ἀστραπή : διὰ τὸ ἀστάτως καὶ ῥᾷον παύεσθαι. Αἰπόλος : ὁ ἐπὶ τὰ αἴπη πολούμενος, ἅ ἐστιν ὄρη· οἷον αἰποπόλος. |
| 47 | ἢ ὁ περὶ τὰς αἶγας ἀναστρεφόμενος· οἷον αἰγοπόλος, συμπεριλαμβανομένων ἔξωθεν καὶ τῶν προβάτων. Ἄρρωστος : παρὰ τὸ μὴ ἔχειν ῥῶσιν. |
| 49 | Ἀσθενής : παρὰ τὸ μὴ ἔχειν σθένος. Βίος : λέγεται διὰ τὴν βίαν. |
| 50 | διὰ τοῦτο καὶ βέλος διὰ τὸ βίᾳ βάλλεσθαι. Βίβλος : διὰ τὸ τοὺς βίους βάλλεσθαι ἐν αὐτῇ . |
| 51 | .. ἢ διὰ τὸ βαβαί ἢ διὰ τὸ βέβαιον. Βωμός : διὰ τὸ βαίνειν τὸ αἷμα ἐν αὐτῷ. |
| 53 | Βροχή : διὰ τὸ βραχέως θεῖσθαι καὶ χέεσθαι. Βοτάνη : διὰ τὸ βιαίως τείνεσθαι, ἤγουν αὔξειν. |
| 55 | Βάπτισμα : λέγεται διὰ τὰ τοῦ βίου πταίσματα. Βαΐν : διὰ τὸ βίᾳ τίλλεσθαι. |
| 57 | Βουνός : διὰ τὸ βαίνειν τὴν ἄνω. Βορρᾶς : ἴσως διὰ τὸ βίᾳ ῥεῖν καὶ ῥάσσεσθαι. |
| 59 | Βροντή : ὡς οὖσα βαρεῖα τῇ φωνῇ. Βοῦς : διὰ τὸ βίαιον τῆς δυνάμεως. |
| 61 | Βόλος : ὅτι βαλλόμενος λύεται. Βώρδων : παρὰ τὸ τὰ βαρέα 〈δονεῖν〉 δύνασθαι. |
| 63 | Γάμος : διὰ τὸ τὴν γῆν ἅμα γίνεσθαι. Γῆν : διὰ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἐξ αὐτῆς εἶναι. |
| 65 | Γραφεῖον : διὰ τὸ ἐπὶ γραφῇ ὄν. Γηροκομεῖον : διὰ τὸ τοὺς γέροντας μένειν. |
| 67 | Δημοσθένης : διὰ τὸ εἶναι τοῦ δήμου σθένος ἤγουν δύναμις. Δημιουργός : ὁ δειμάμενος τὰ ἔργα, ἤγουν ποιῶν. |
| 69 | Δάκρυον : ὡς ἐπίπαν τὸ ἐκ δέους ἢ δέοντος ἐκκρινόμενον. Δειλία : ἐκ τοῦ δέους λίαν. |
| 71 | Δίκαιός : ἐστιν [ὁ] ἐκ τοῦ τὸ δίκαιον ἀγαπᾶν. Δημοκράτης : ὁ τὸν δῆμον κρατῶν. |
| 73 | Δικανικός : διὰ τὸ τὰς δίκας νικᾶν. Δαπάνη : τοῦ δέοντος πενία ἤγουν ἐλάττωσις. |
| 75 | Δράκων : διὰ τὸ δράσσασθαι. κακῶς. Διδάσκαλός : ἐστιν ὁ διδοὺς τὸ καλόν. |
| 77 | Δένδρον : διὰ τὸ δεόντως ἱδρῦσθαι. Δόλος : ἐστὶ διὰ τὸ δελεάζειν. |
| 79 | Ἐκκλησία : διὰ τὸ ἐκλελεγμένον εἰς ἕν. Ἐπιτίμιον : τὸ ἐπὶ τιμῇ ὑπάρχον. |
| 81 | Εὖρος : διὰ τὸ πλατύ· εὖρος γὰρ πλάτος. Ἐξόδιον : διὰ τὸ ἔξω ὂν βίου. |
| 83 | Ἔρημος : διὰ τὸ ἠρεμεῖν ἤγουν ἡσυχάζειν. Εὐκτήριον : διὰ τὸ 〈εὖ, ἤγουν〉 τὸ καλόν, τηρεῖν. |
| 85 | Εὐχή : διὰ τὸ εὖ, ἤγουν καλόν, ἔχειν. Ἐνύπνιον : διὰ τὸ ἐν ὕπνῳ καὶ μόνον. |
| 87 | Ἑσπέρα : ὁ τῆς ἑῴας, ἤγουν τῆς πρωΐας, πέρας. Ζωγράφος : ὅτι ζῷα μιμούμενος γράφει. |
| 89 | Ζῶον : διὰ τὸ ἐκ ζωῆς ὄν. Ἥλιος : διὰ τὸ εἰλεῖσθαι τῷ δρόμῳ. |
| 90 | ἢ διὰ τὸ ἵεσθαι, ἤγουν φέρεσθαι, λίαν. Θυσιαστήριον : διὰ τὸ τὰς θυσίας τηρεῖν. |
| 92 | Θυμιατήριον : διὰ τὸ τὸ θυμίαμα τηρεῖν. Ἰατρεῖον : διὰ τὸ τὴν ἴασιν τηρεῖν. |
| 94 | Ἱέραξ : διὰ τὸ ἵεσθαι, ἤγουν φέρεσθαι, τῷ ἀέρι ῥᾳδίως. Ἱερεύς : ἐπειδὴ ἵεται ῥᾷον τὸ εὖ, ἤγουν φέρει εὐχερῶς, τὸ καλόν. |
| 96 | Κόσμος : διὰ τὸ κεῖσθαι ἅμα. Κανδῆλα : διὰ τὸ δῆλον ποιεῖν καὶ φαίνειν. |
| 98 | Κοινωνία : διὰ τὸ ἑνίζεσθαι καὶ ἀλλήλοις, ἤγουν ἓν εἶναι. Καλαμάριν : διὰ τὸ τοὺς καλάμους αἴρειν. |
| 100 | Κόπρος : τοῦ κόπου ῥύσις. ἢ ῥεῦσις. Κόμη : διὰ τὸ κομᾶν, ἤγουν θάλλειν, τὴν τρίχα. |
| 101 | τὸ κο μικρόν. Κάπηλος : πηλὸν τὸν οἶνον λέγουσιν Ἴωνες τὸν πάλλοντα καὶ βλάπτοντα τὰς φρένας. |
| 103 | Κτῆνος : διὰ τὸ κτένεσθαι ἤγουν σφάζεσθαι. Κύων : εἰς τὸ κράζειν ὤν. |
| 105 | Κάμηλος : διὰ τὸ κάμνειν μέλη. Κιναιδός : ὁ κινῶν ἑαυτῷ ἡδονήν. |
| 107 | Κείναιδος : ὁ κενὸς αἰδοῦς. τὸ κει καὶ τὸ ναι δίφθογγος. Κώλυσις : διὰ τὸ κωλύειν τὸν σκοπὸν τοῦ καλοῦ. |
| 109 | Κληρονόμος : ὁ τὸν κλῆρον νεμόμενος. Κάλλος : διὰ τὸ πρὸς αὐτὸ καλεῖν. |
| 111 | Κόριδα : διὰ τὸ κόρον ἐμποιεῖν τῇ ἰδέᾳ. Κῆπος : διὰ τὸ κεῖσθαι καὶ πίνειν. |
| 113 | Καρπός : τὸ καίριον παντὸς πράγματος. ἢ 〈ὁ〉 καιροῦ παντὸς ἴδιος καρπός. Κλάδος : καλὸν λίαν εἶδος. |
| 115 | Κόραξ : διὰ τὸ τοῖς κοινοῖς κράξαι. Κλίμακα : διὰ τὸ καλεῖν εἰς μῆκος. |
| 117 | Κάμηλος : κατὰ συγγένειαν τοῦ ρ πρὸς τὸ λ κάμηρός τις ἀπὸ τοῦ τοὺς μήρους κάμπτειν ἐν τῷ καθέζεσθαι· οὕτως Ἡράκλειτος. Λαιμός : παρὰ τὸ λάειν, ὅ ἐστιν ἀπολαύειν. |
| 119 | Λοίδωρος : διὰ τὸ λύειν τὸ δῶρον τῆς ἀγάπης. Λιμήν : διὰ τὸ λίαν μένειν καὶ ἀχειμάστως. |
| 121 | Λύκος : λίαν κακός. Λίθος : λίαν θέσις. |
| 123 | Λύχνος : διὰ τὸ λύειν τὸ νύχος ἢ τὸν ὄγνον, ἤγουν τὸ σκότος. Λογοθέτης : ὁ τοὺς λόγους ἀποτίθων. |
| 125 | Λουτρόν : διὰ τὸ λύειν τὸν ῥῦπον. Λάχανον : διὰ τὸ λίαν χεύειν, ἤγουν ἐξανοικτόν, τοῖς φύλλοις. |
| 127 | Μήνη : ἡ σελήνη, ἀπὸ τοῦ μὴ μένειν ἐν ταὐτῷ, ἀλλὰ ποτὲ μὲν μειοῦσθαι, ποτὲ δὲ αὐξάνεσθαι. Μωρός : διὰ τὸ μὴ ὁρᾶν τὸ συμφέρον. |
| 129 | Μοναχός : διὰ τὸ μόνος θεῷ προσευχόμενος. ἢ ὁ μόνος ἔχων τὸ πάντων αἴτιον, ἤτοι καλόν. Μήνιγγες : παρὰ τὸ μένειν ἐν αὐτοῖς τὸν ἐγκέφαλον. |
| 131 | Μύσταξ : ἐν ᾧ οἱ μυκτῆρες στάζουσιν. Μονογενής : ὁ μόνος τῷ γένει ὤν. |
| 133 | Μελέτη : διὰ τὸ μέλλον, ἤτοι τὰ μέλλοντα, μεριμνᾶν. Μάχαιρα : διὰ τὸ μάχεσθαι ῥᾷον. |
| 134 | ἢ διὰ τὸ μάχεσθαι πάσῃ φύσει καὶ τόπον ἐμποιῶν βίᾳ. Μυστήριον : κατὰ τὸ μύειν κατ’ αἴσθησιν νοῦ καὶ τηρεῖν τὸ νοούμενον· κατὰ δὲ Ὦρον ἡ ἀδιαίρετος γνῶσις τῶν παρὰ πολλοῖς ἀγνοουμένων. |
| 136 | Μάρμαρον : λέγεται διὰ τὸ μαίρω. Μάχαιρα : διὰ τὸ χαίρειν τοῖς αἵμασι. |
| 138 | Μάρμαρον : λέγεται διὰ τὸ μαίρω. ἢ διὰ τὸ μαρμαίρειν ἤτοι στίλβειν. Μηρός : παρὰ τὸ μερίζω, ἔνθα μεμέρισται τὸ σῶμα. |
| 139 | ὡς Ἡρῳδιανός. Μήδεα : τὰ αἰδοῖα παρὰ τὸ μέδειν τῆς γενέσεως. |
| 140 | καὶ μέζεα. Μαλακός : ὁ μάλα, ἤγουν καλός, πάνυ. |
| 142 | Μέλαν : διὰ τὸ μὴ λάμπειν. Μηλωτή : δορὰ προβάτου· μῆλα γὰρ παρὰ τοῖς σοφοῖς τὰ πρόβατα λέγεται. |
| 144 | Μάρτυς : παρὰ τὸ μαίρω τὸ σημαῖνον τὸ λαμπρύνω· μάρτυς γὰρ ὁ τὰ ἀφανῆ λέγων καὶ λαμπρύνων· ἐκ τούτου γίνεται καὶ μάρμαρον. Νήπιος : ἤπιος γὰρ ὁ πρᾶος. |
| 145 | ἢ νηέπιος ὁ λέγειν μὴ δυνάμενος. Νεφέλη : διὰ τὸ τὰ νάματα ἀφελεῖν ἐκ τῆς θαλάσσης. |
| 146 | ἢ ταῦτα φέρειν. Νεωκόρος : ὁ τοῦ ναοῦ παῖς· ἤγουν 〈ἀπὸ τοῦ〉 κορεῖν κοσμεῖν 〈τὸ〉 κοῦρος. |
| 148 | Νερόν : διὰ τὸ νεωστὶ ἀεὶ ῥέειν. Νᾶμα : διὰ τὸ νομὰς ἔχειν ἅμα εἰκός. |
| 150 | Νυμφίος : διὰ τὸ νῦν ἠμφιᾶσθαι καλῶς. Νόμισμα : διὰ τὸ νομίζεσθαί τι μηδὲν ὄν. |
| 152 | Νοτάριος : ἢ διὰ τὸ νότα, ῥωμαϊστί, ἢ ὁ τὰ νοήματα τηρῶν. Νείφω : νέφος γὰρ καὶ νένοφεν, ὁ μέσος παρακείμενος παρὰ Ἀριστοφάνει [fr. |
| 153 [5] | 46 kock], καὶ τὸ νεφέλη διδάσκει. Ἀπολλώνιος δὲ ὁ τοῦ Ἀρχιβίου καὶ τὸ νείφω κατὰ τροπὴν ἔλεγε γεγενῆσθαι. κυρίως—γάρ φησιν—νείφειν εἴρηται ἀπὸ τῆς τοῦ ὕδατος προφορᾶς καὶ νηφάλια θύειν εἴρηται, ὅταν καὶ τὸ ὕδωρ σπένδωσιν. εἰ μέν τοι ἐκπέπτωκεν ἀπ’ αὐτοῦ καὶ τὸ νιφὰς καὶ τὸ νιφετὸς διὰ τοῦ ι οὐ θαῦμα· καὶ γὰρ ἀπὸ τοῦ λείβω λιβάς, καὶ ἀπὸ τοῦ νείφω νιφάς, καὶ ἀπὸ τοῦ πείθω πιστός, καὶ ἀπὸ τοῦ λείφω συναλ〈ο〉ιφή. Ξέστης : διὰ τὸ ἀπεξεσμένον τοῦ εἴδους. |
| 154 | ἢ καὶ τὸ ἀκριβὲς τοῦ μέτρου. Ξύριον : διὰ τὸ ξέειν ῥᾷον. |
| 156 | Ξύλον : διὰ τὸ ξέεσθαι καὶ λεαίνεσθαι. ἢ διὰ τὸ ξηρὰν ὕλην εἶναι. Ὄρνεα : διὰ τὸ τὰ ὄρη ναίειν ἤγουν οἰκεῖν. |
| 158 | Ὀψώνιον : διὰ τὸ ὄψον, ἤγουν βρῶμα, ὠνεῖσθαι. Ὅροι : διὰ τὸ δι’ αὐτῶν ὁρᾶν τὰ πράγματα. |
| 160 | Ὀλοκοτίνιν : διὰ τὸ τὸν ὅλον κότον ἐν αὐτῷ. Οὐρανός : εἴρηται διὰ τὸ ὁρᾶσθαι ἄνω. |
| 161 | ἢ ὅρασις ἄνω. Οἶκος : διὰ τὸ ὑπό τινος κοσμῆσθαι. |
| 163 | Ὄφις : ἐκ τοῦ φῆσαι, ἤγουν λαλήσαι, τῇ Εὔᾳ. Ὀψάριον : ὄψον αἰρόμενον ἀπὸ ὕδατος. |
| 165 | Οἰκονόμος : ὁ τὸ οἰκεῖον νέμων ἐκάστῳ. Ὄρη : διὰ τὸ ὁρᾶσθαι μηκόθεν. |
| 166 | ἢ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐκ μηκόθεν δι’ αὐτῶν. Ὄνος : ἐκ τοῦ οὐ νοεῖν. |
| 167 | ἢ ὠνητόν. Οἶνος : παρὰ τὸ ὀνῶ τὸ σημαῖνον τὸ εὐφραίνω. |
| 169 | Ὀρφανός : παρὰ τὴν ὀρφνήν τὸ σημαῖνον τὸ σκότος. ἤγουν ὁ ἐσκοτισμένος. Παιδίον : διὰ τὸ παιδείας δέεσθαι. |
| 171 | Πατήρ : διὰ τὸ τοὺς παῖδας τηρεῖν. Πινάκιν : διὰ τὸ τῇ πείνῃ ὑπουργεῖν. |
| 173 | Πείνη : διὰ τὸν πόνον. ἡ πρόσσουσα τὴν γονήν. Πονηρία : διὰ τὸ τὸν πόνον εἰσάγειν καὶ μόχθον αὐτῷ τῷ κεκτημένῳ· διὸ ἡ Σοφία· ἐὰν κακὸς γέν ῃ , μόνος ἀντλήσεις κακ ά. |
| 174 | [Septuag. Prov. 9, 12]. Πίθηκος : ὅτι τὸ πᾶν ἠθικεύει. |
| 176 | Πηγή : διὰ τὸ ποτόν. Πήγανον : διὰ τὸ πήσσειν τὴν γονὴν ἤγουν τὸν γόνον. |
| 178 | Περιστερά : ὅτι στερρὰ ποιεῖται τὰ νοσσία ἑαυτῆς. ἢ διὰ τὸ περιστατικὸν τοῦ αἴρεσθαι τὰ νοσσία ἑαυτῆς. Πτωχός : διὰ τὸ πτῶμα ἐκ πλούτου ἔχειν. |
| 180 | Πένης : διὰ τὸν πόνον τῆς ζωῆς. Παλαιόν : διὰ τὸ ἐκ πάλαι, ἤγουν ἐκ χρόνου, εἶναι. |
| 182 | Πενθερός : ὁ τὸ πένθος αἴρων. Ποταμός : ὁ ἔχων ποτὸν καὶ ἄμμον. |
| 184 | Πρεσβύτης : ὁ πρεσβευτὴς ἢ ὁ περισσῶς βιώσας. Πόρτα : διὰ τὸν πόρον τηρεῖν. |
| 186 | Πόλις : διὰ τὸ ἐκ πολλῶν συνίστασθαι. Πέτρα : διὰ τὸ παίειν τρανῶς. |
| 188 | Πλίνθος : πήλινος θέσις· πηλὸς δὲ διὰ τὸ πάνυ λεαίνεσθαι, 〈ἤγουν〉 λεῖον. Πύργος : διὰ τὸ ὑπὲρ γῆν εἶναι, ἤγουν ἐπάνω φαίνεσθαι. |
| 190 | Πόλεμος : παρὰ τὸ τὰς πόλεις μειοῦν. Ῥῶσις : ὑγιεία, ἐκ τούτου ἀρρωστία κατὰ στέρησιν ὑγιείας, ἡ δύναμις καὶ τὸ ῥωμαλέον. |
| 192 | Ῥίζα : διὰ τὸ ῥᾷον ζῆν. Σελήνη : εἴρηται παρὰ τὸ σέλας ἀεὶ ἔχειν· ὅθεν καὶ ἐνιαυτὸς ὁ ἔνος ἀεὶ νεάζων. |
| 193 | οὕτως Ἡρακλείδης. Σωφροσύνη : διὰ τὸ σῶα φρονεῖν. |
| 195 | Σολοικισμός : σώου λόγου αἰκισμός. Σωτηρία : τὸ σῶον τηρηθῆναι. |
| 196 | [σῶον: τὸ σῶον τηρηθῆναι]. 〈 σημεῖον : τὸ〉 σῶον μὴ ὄν, ἀλλ’ ὑπόμνημα. |
| 198 | Σῶμα : διὰ τὸ σῶον αἷμα. Σοφία : διὰ τὸ σῶα φῆν ἤγουν λαλεῖν. |
| 200 | Σελήνη : διὰ τὸ ἐν νυκτὶ φαίνειν· σέλας γὰρ οἱ παλαιοὶ τὸ φῶς ἐκάλεσαν. Στρουθίον : διὰ τὸ στερρῶς θέειν ἤγουν ὁρᾶν· ἢ διὰ τὸ τρέχειν τὸν ἀέρα. |
| 202 | Σχολαστικός : διὰ τὸ σχολάζειν τοῖς ἀστικοῖς ἢ τῷ δικαίῳ. Σχολεῖον : διὰ τὸ σχολάζειν τῇ διδαχῇ. |
| 204 | Σίκριτον : διὰ τὸ σείειν τὰς κρίσεις. Σπόγγος : διὰ τὸ σπουδῇ γομοῦσθαι. |
| 206 | Σύμβολον : διὰ τὸ συμβάλλεσθαι. Στράτα : διὰ τὸ ἱσταμένη ῥέειν. |
| 208 | Σίνιπι : παρὰ τὸ σίνεσθαι τοὺς ὦπας. Τραπεζίτης : διὰ τὸ τὴν τροπὴν ζητεῖν ἀεὶ καὶ οὐ τὸ ὀρθόν. |
| 210 | Τρίχες : διὰ τὸ τριχῇ χέεσθαι παρὲξ τῆς ὄψεως, ἔνθεν κἀκεῖθεν καὶ ὄπισθεν. Τράπεζα : διὰ τὸ ἀεὶ τρέπεσθαι, ἤγουν συστέλλεσθαι. |
| 212 | Τρίβιδιν : διὰ τὸ τρίβειν βίᾳ. Τρυγών : καθ’ ὃ τηρεῖ τὴν γονήν. |
| 214 | Ὑπόδημα : διὰ τὸ ὑποκάτω ὅλον δῆμα. Ὑμνῳδία : ὕμνος μετ’ ᾠδῆς. |
| 216 | Φίλημα : τὸ φιλοῦν καὶ τὸ φιλούμενον ἅμα. Φυτόν : διὰ τὸ φύειν. |
| 217 | τὸ ὂν ἤγουν τὸ ὑπάρχον. Φάραγξ : διὰ τὸ φέρεσθαι ὀξέως. |
| 219 | Φιλόσοφος : διὰ τὸ φιλεῖν τὴν σοφίαν. Χάρτης : διὰ τὸ τοὺς χαρακτῆρας 〈εἶναι ἐν αὐτῷ〉. |
| 221 | Χειμών : διὰ τὸ χέειν μονίμως ἐπὶ μῆνας ε ἢ ἕξ. Χρυσοχόος : διὰ τὸ τὸν χρυσὸν χωνεύειν καὶ χέειν. |
| 223 | Χόρτος : ὅτι ἐν τῇ χέρσῳ τείνεται. Χωρίον : διὰ τὸ ἐν τόπῳ εἶναι χωρητόν. |
| 225 | Χείμαρρος : διὰ τὸ χέεσθαι εὐμαρῶς, ἤγουν εὐκόλως, ἢ διὰ τὸ τὸν χειμῶνα ῥεῖν. Χοῖρος : διὰ τὸ τὴν χύσιν ἐρᾶν καὶ ῥυφᾶν. |
| 227 | Χελιδών : χείλη ἡδέα. ἢ διὰ τὸ τὰ χείλη δονεῖν ἤγουν σείειν. Ψαλμῳδία : ψαλμὸς μετ’ ᾠδῆς λεγόμενος. |
| 229 | Ψυχή : διὰ τὸ ἐμψύχειν καὶ ζωογονεῖν τὸν νεκρόν. |