eul_wid: voa-aa

Lexicon of the Art of Grammar
Λεξικὸν τῆς Γραμματικῆς Τέχνης

Lexicon of the Art of Grammar Anonymous Lexicon of the Art of Grammar PDF

Overview

The Lexicon of the Art of Grammar (Λεξικὸν τῆς Γραμματικῆς Τέχνης) is a short, specialized Greek glossary of grammatical terms. Preserved in a single manuscript, Codex Baroccianus 50, it comprises 26 entries defining core terminology from the ancient grammatical curriculum.

Content

The lexicon’s entries cover fundamental concepts, including:

  • Parts of speech (e.g., ὄνομα [noun], ῥῆμα [verb]).
  • Phonetic elements (e.g., στοιχεῖον [letter]).
  • Metrical terms (e.g., πούς [foot]).

Transmission

The work survives complete in the 16th-century Codex Baroccianus 50. It was first edited by John Pearson in 1654 and later by John Antony Cramer in his Anecdota Graeca (1839).

Significance

As a late antique or Byzantine pedagogical compilation, the lexicon is a minor but valuable witness to the technical vocabulary and teaching practices of grammatical education. It illustrates the systematization and transmission of Hellenistic grammatical science in the post-classical period.

425 (t) [10] ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΠΣ. Ὁπηνίκα : ὁπότ’ ἄν. Συνέπεια : σύμμιξις. Τεκτονική : λεπτουργική. Ἐλεγεία : ἐλεγεῖον μέτρον ἐστὶν ἐκ δύο πενθημιμερῶν γινόμενον. Ἔπος : ὁ λόγος. Εὐτόνως : εὐτονίας προφέρεσθαι· ὥσπερ οἱ τραγῳδοὶ εὐτόνως τὸν φθόγγον ποιοῦσιν. Λυρικήν : ἡ λυρικὴ ποίησις ἐπὶ αὐλῶν καὶ κιθαρῶν ᾄδεται. Ὑφειμένως : ταπεινῶς. Ἐμμελῶς : ταύτῃ καλλίστως ἐκλίθη λύρα. Γοερῶς : κατανυκτικῶς. Ἅρπη : δρεπάνη.
426 [25] Δίων : ὄνομα κύριον. Πέλοψ : ὄνομα κύριον. υἱὸς Ταντάλου. Κλειώ : ὄνομα κύριον. Ἕλιξ : ὁ βλαστὸς τῆς ἀμπέλου. Λαῖλαψ : ἡ συστροφὴ τοῦ ἀνέμου. Δέπας : τὸ ποτήριον. Δόρυ : τὸ κοντάριον. Καταχρηστικῶς : παρὰ συνήθειαν. Ἥρως : ὁ γενναῖος. ἢ ἡμίθεος. Ἄρης : ὁ πόλεμος. Περαιοῖ : τελειοῖ. Προσηγορία : ὁμωνυμία. Ἔνιοι : τινές. Γαιήϊος : ὁ γήϊνος. Ὕῤῥας : ὄνομα κύριον. ἐξ οὗ ὁ Πιττακός. ὁ υἱὸς αὐτοῦ, Ὑῤῥάδιος ἐκλήθη. Ἀδραστίνη : ὄνομα κύριον θυγατρὸς Ἀδράστου. Ἀνθρωπίσκος : ὁ πίθηκος. Λίθαξ : ὁ μικρὸς λίθος. Μειρακύλλιον : τὸ μικρὸν παιδίον. Θέων : ὄνομα κύριον. Μέμνων : ὄνομα κύριον. Ὁμώνυμον : ὅμοιον. Φάσγανον : τὸ ὀξὺ ξίφος. Τισαμενός : ὄνομα κύριον. συνέβη γὰρ κατὰ τὸν τῆς γεννήσεως αὐτοῦ καιρὸν τὴν πόλιν μεγάλην τιμωρίαν ὑπομεῖναι, καὶ γεννηθέντα ὀνομασθῆναι Τισαμενόν· ἐκ τοῦ τίω, τὸ τιμωρῶ· ὁ ἐν μεγάλῃ τιμωρίᾳ γεννηθείς. Μεγαπένθης : ὁμοίως καὶ οὗτος ὠνομάσθη.
427 [30] μεγάλου γὰρ πένθους γενομένου τῇ πόλει ἐν τῇ γεννήσει αὐτοῦ, ἐπέθηκε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Μεγαπένθης. Ἐνοσίχθων : ὁ σείων τὴν γῆν. αὐτὸν δὲ λέγουσιν εἶναι τὸν Ποσειδῶνα. Φρύξ : ὄνομα ἔθνους· ἐξ οὗ καὶ Φρυγία. Γαλάτης : ὄνομα ἔθνους· ἐξ οὗ καὶ Γαλατία. Πηλίκος : ποταπός. Ἄρδω : ποτίζω. Ἀντιγονίζω : τὰ τοῦ Ἀντιγόνου φρονῶ. Ἀνύω : πράττω. Νύσσω : κάμπτω· ἐξ οὗ καὶ Νύσσα , ὁ καμπτήρ. Ἱππεύω : ἱππάζομαι. Ἀλέξω : βοηθήσω. Τόφρα : ἄχρι. ἕως. Πύξ : ὁ γρόνθος. Λάξ : τὸ λάκτισμα. Μάλιστα : ἐξαιρέτως. Ἄμυδις : ὁμοῦ. Δηλαδή : δῆλον ὅτι. Ἰστέον : γνωτὸν ἔστω. Ἐπ’ ἄπειρον : ἐπιπολύ. Κεχηνώς : ἀποκεχωρισμένος. διεσχισμένος. Εἰώθασιν : ἐξ ἔθους ἔχουσιν. Σόλων : σημαίνει τρία· ὄνομα κύριον, καὶ τὸ ὄρος. σημαίνει καὶ τὸν δίσκον. Σερῆνος : ὄνομα κύριον. Ὕας : ὄνομα ἔθνους· λέγονται δὲ οἱ Βοιωτοί. Σιμόεις : ὄνομα κύριον. Νᾶες : αἱ νῆες. Τρώς : ὄνομα κύριον.
428 [15] ὃς καὶ τὴν Τρωάδα κτίσας· οἱ ἐκεῖ κατοικοῦντες Τρῶες ἐκλήθησαν. Κύπρις : ἐπώνυμον Ἀφροδίτης. Κοχλίας : ὁ στρογγυλοειδὴς τόπος. Αἰνείας : ὄνομα κύριον. Ἑρμένας : ὄνομα κύριον βασιλέως. Μήδεια : ὄνομα πόλεως. Μάσθλης : ὁ λῶρος. Μόργης : ὄνομα ἔθνους. Μέλης : ὄνομα ποταμοῦ. Μηριόνης : ὄνομα κύριον. Θύτης : ὁ ἱερεύς. ἀπὸ τοῦ θύειν. Ἀγκυλοχείλης : ὁ ἐπικάμπη ἔχων τὰ χείλη, ὡς ἐπὶ τοῦ ἱέρακος. Πάρις : ὄνομα κύριον· ὁ Ἀλέξανδρος. Ἄδωνις : ὁ Ἅιδης. Μέμφις : ὄνομα κύριον. Χαρίεις : ὁ ἐπιχαρής. Εὐγήρως : ὁ καλῶς γεγηρακώς. Υἱέσι : τοῖς υἱοῖς.
429 [20] Ἡδύς : ὁ γλυκύς. Πῆχυς : εἶδος μέτρου. Ὠκύς : ὁ ταχύς. Χροῦς : τὸ σῶμα. καὶ ἡ χροιά. Πλακόεις : ὁ πλακώδης τόπος. Ἀπτώς : ὁ μὴ πτοηθείς. Ἀγνώς : ὁ μὴ γνῶσιν ἔχων. Μίνως : ὄνομα κύριον. Νέπως : ὄρος. ἢ ἰχθύς· ἀπὸ τοῦ νε στερητικοῦ, καὶ τοῦ πούς. Εἵλως : ὁ δοῦλος. ὁ κακοπαθῶν. Νεώς : ὁ ναός. Τίρυνς : ὄνομα πόλεως. Μάκαρς : ὁ μακάριος. Δᾶερ : ὁ ἀνδράδελφος. Ἀλκμάν : ὄνομα κύριον. Παιάν : εἶδος ᾠδῆς, ἀπὸ τοῦ παύειν τὴν μανίαν. Τιτάν : ὄνομα ἔθνους. Πάν : ὄνομα κύριον. Σωλήν : τὸ σωληνάριον. Τέρην : ὁ ἁπαλὸς καὶ τρυφερός.
430 [20] Γέρην : ὄνομα κύριον. Μόσυν : τὸ τεῖχος. Ἱέρων : ὄνομα κύριον. Περικτίων : ὄνομα ἔθνους. Ξενοφῶν : ὁ ἐν τοῖς ξένοις τόποις φονευόμενος. Τυφών : ὁ τυφώς. ἢ ὁ μέγας ἄνεμος. Θώραξ : πύργος τειχῶν. ἢ ὅπλον πολεμικόν. Ταών : τὸ παώνιον. Ἀγλαοφῶν : ὄνομα κύριον. Πίδαξ : ἡ πηγή. Βουπλήξ : τὸ βούκεντρον. Οἰστροπλήξ : ὁ τῇ μανίᾳ πεπληγώς. Τέττιξ : ἀηδών. Ὁμῆλιξ : συνηλικιώτης. τῆς αὐτῆς ἡλικίας. Δοῖδυξ : τὸ τινακτάριον. Βέβρυξ : Ἕλλην. Ἄμπυξ : τὸ κεφαλοδέσμιον. ἢ τὴν περικεφαλαίαν. Βώξ : εἶδος ζώου. Πτώξ : ὁ λαγωός. Αἰθήρ : ὁ ἐν τῷ ὕψει ἀήρ.
431 [20] Ἐλατήρ : ὁ ἡνίοχος. Σπινθήρ : ὁ μικρὸς ἄνθραξ. Ἐλευθήρ : ὁ ἀπὸ ξένης παραγεγονώς. Πίηρ : ὄνομα ὄρους. Φράτηρ : ὁ συγγενής. Ἐρίηρ : ἄγαν εὐάρμοστος. Πάνθηρ : ὄνομα κύριον. Κέλωρ : ὁ υἱός. Μέντωρ : ὄνομα κύριον. Πέλωρ : τὸ σημεῖον. Κύκλωψ : ὄνομα κύριον. Λαῖλαψ : ἡ συστροφὴ τοῦ ἀνέμου. Κίνυψ : ὄνομα ποταμοῦ. ἢ ὁ ποικίλος. Ἄραψ : ὄνομα ἔθνους. Χάλυψ : ὄνομα ἔθνους. Περὶ θηλυκῶν. Μοῦσα : ὄνομα κύριον θεᾶς. Μαῖα : ἡ μάμμη. Σφαῖρα : τὸ στρογγυλοειδές. Ἄελλα : ἄνεμος. πνοή. Λήδα : ὄνομα κύριον. Τρήρων : ἡ δειλὴ περιστερά.
432 [25] Μήκων : εἶδος βοτάνης. Ἀνθηδών : ὄνομα πόλεως. Ὀλοσσών : ὄνομα πόλεως. Αὖλαξ : τὸ ἀπόσχισμα τῆς γῆς. Δίπλαξ : διπλοΐς. διπλῆ. Πήληξ : τὸ κασσίδιον. Χάλιξ : τὸ χαλίκιον. Λάταξ : ἡ μεγάλη σταγών. Ἄλξ : ἡ δύναμις. Λύξ : ὁ κλιγιασμός. Δημήτηρ : ὄνομα θεᾶς· ἔστι δὲ ἔφορος τῆς γῆς. Φιλότης : ἡ φιλία. Μῆνις : ἡ ὀργή. ἔρις. Ἔρις : ἡ φιλονεικία. Ὄνωνις : εἶδος φυτοῦ. Ἄγυρις : τὸ ἄθροισμα. Πίτυς : ἡ ἐλάτη· ἐξ οὗ καὶ τὰ πιτύκια . Χέλυς : ἡ κιθάρα. Κόρυς : ἡ περικεφαλαία. Κώμυς : ἡ δεσμὶς τοῦ χόρτου. Ὀϊζύς : ὁ ἐπίπονος καὶ ταλαίπωρος. Ἐριννύς : ὄνομα δαίμονος τιμωρητικοῦ. Αἰδώς : ἡ αἰσχύνη. Ἕως : ἡ ἡμέρα. Κῶς : ὄνομα πόλεως.
433 [16] Ἅλως : τὴν ἅλωνα σημαίνει, καὶ τὸ νεφοειδές. Τὰ οὐδέτερα. Λιπόπατρις : ὁ τὴν πατρίδα καταλιπών. Ἄλειφαρ : τὸ ἄλειμμα. Δῶμα : τὸ οἴκημα. Πῶϋ : τὸ ποίμνιον. Ἄστεως : πόλεως. Κτέαρ : κτῆμα. Δέλεαρ : φάρμακον. Οὖθαρ : ὁ μαζός. Στέαρ : τὸ λίπος. Φρέαρ : ἡ πηγή. Ὄνειαρ : ὠφέλιμον. ἀγαθόν. Τέκμωρ : σημεῖον. τέλος. Ἕλωρ : τὸ ἐπιθύμημα. Οἱ τόνοι. Ὑπεξαιρείσθωσαν : μετατιθέσθωσαν. Ἰᾶς : καὶ μιᾶς, κατὰ πλεονασμόν. Κῆρος : σημαίνει τὴν ψυχήν· γίνεται δὲ ἀπὸ τοῦ κέαρος. Θώνιος : ὄνομα κύριον ἀνδρὸς Αἰγυπτίου· ἐκ τούτου κατὰ συγκοπήν, Θῶνος .
434 [25] Ἦρος : τοῦ ἔαρος, κατὰ κρᾶσιν. Ὠπός : τῆς προσόψεως. Τυνδάρεω : ὄνομα κύριον. Μελίκρατι : ὄνομα κύριον. Ἀβλῆτος : τόξου, τοῦ μήπω βεβλημένου, καινουργοῦ. Κλεῖν : τὴν κλεῖδα. Λῖν : λέοντα· ἡ εὐθεῖα Λίς . Μῦν : τὸν μυσαρόν. Σῦν : τὸν χοῖρον. Ζῶν : τὸν ζῶντα· ἡ εὐθεῖα, ὁ ζῶς (sic), τοῦ ζῶ. Θεῦν : τὸν θεόν· κατὰ κρᾶσιν Δωρικήν. Λειώδης : ὁ ὁμαλός. Μητιέτης : ὁ βουλευτικός. Ἀκάκητα : ἀκακήτης. ὁ ἥσυχος. Εὐρύοπα : τὸν μεγαλόφθαλμον. Εὐμήκης : ὁ πλατὺς καὶ μέγας. Αὔταρκες : ἀρκετόν. Κάταντες : τὸ ἀπ’ ἐναντίας. Εἴνατερ : σύννυμφε. Δαΐφρων : πολεμικὸν φρόνημα ἔχων. Λακεδαίμων : ἡ ἀπὸ τῆς Λακίας δαίμονος. Ἄμφω : ἀμφότεροι. δύο. Κηδεστής : ὁ φροντιστής. Βοιδίων : τῶν βοῶν· κατὰ συναίρεσιν ἀπὸ τοῦ βοιϊδίων.
435 [20] Εὐνοῖν : τοῖν φρονίμοιν· ἡ δὲ εὐθεῖά ἐστι, εὔνους, εὔνου. Εὐθῦναι : αἱ ἀδικίαι· ἡ δὲ εὐθεῖά ἐστιν, ἡ εὐθύνη. Ἥμεραι : αἱ ἀγαθαὶ καὶ πραεῖαι. Κάνεον : κανίσκιον. Δμώων : δούλων. Θώων : εἶδος θηρίων. Κράτων : τῶν κεφαλῶν. Δᾴδων : τῶν δᾳδίων. ἡ εὐθεῖα δαΐς, δαΐδος· ἡ γενικὴ τῶν πληθυντικῶν δαΐδων, καὶ συναίρεσιν, δᾴδων. Λάων : λίθων. Χλούνων : τῶν ἀγρίων χοίρων. Χρήστων : οἱ δανείζοντες. καὶ οἱ δανειζόμενοι. Ἐτησίων : τῶν κατ’ ἔτος γινομένων ἀνέμων. Ἀφύων : τῶν μὴ φυομένων· ἀπὸ τοῦ Ἀφύα . Ῥόδιοι : οἱ ἀπὸ τοῦ Ῥόδου. Μακαιρῶν : τῶν μακαρίων. Ὀχθῶν : τῶν γαιῶν. Ἰλιάδες : αἱ ἀπὸ τοῦ Ἰλίου γυναῖκες. Δαναΐδες : αἱ τῶν Δαναῶν γυναῖκες. Τριήρων : τῶν τρεῖς ἐλασίας ἐχουσῶν νηῶν.
436 [25] Δυσώδων : τῶν κακῶς πνεόντων· ἡ εὐθεῖα δυσώδης. Ξυρόν : ξυράφιον. Γοῦνα : γόνατα. Δοῦρα : τὰ τῶν νηῶν ξύλα. Ἔγκασι : τοῖς ἐγκάτοις. Τοῦ ῥήματος. Διαληψόμεθα : διαλάβωμεν. Ἀμοιβή : καταλλαγή. Συνέμπτωσις : ὁμοφώνησις. Φαμέν : λέγομεν. Χειώδης : χρήσιμος. Διήκει : διέρχεται. Ἡβῶ : αὐξῶ. Ὠθῶ : τὸ προθῶ. λέγεται καὶ Ὤθω βαρύτονον, καὶ Ὄθω , τὸ ὀργίζομαι, διὰ τοῦ ο μικροῦ. Ἰξεύω : ὁρμῶ. Ὑδρεύω : ὕδωρ ἀντλῶ. Οἴγω : ἀνοίγω. Ἀντιβολῶ : παρακαλῶ. ἢ ἀπαντῶ. Ἐνδέον : ἐλλεῖπον. Ποσότης : πλεονασμός. πληθύς. Πείθω : τὸ πιστεύω· τὸ δὲ πάσχω διὰ τοῦ ν . Λείβω : τὸ σπένδω· καὶ τὸ λαμβάνω διὰ τοῦ η . Κείρω : κόπτω. Νέμω : μερίζω. Μένω : οἰκῶ. Συντελικός : τετελειωμένος.
437 [25] Ἐλεύθω : παραγίνομαι. Σχεδόν : πλησίον. ἐγγύς. Εἴασαν : ἔασαν. ἠφίεσαν. Φράζω : λέγω· σημαίνει δὲ καὶ τὸ σκέπτομαι. Πλήσσω : κεντῶ. τιτρώσκω. Ἀμείβων : ἀντὶ καταλλάσσων. Διενήνοχε : διαφέρει. παραλλάσσει. Ἐμύκησα : ἐβόησα· κυρίως τὸ μυκᾶσθαι ἐπὶ τῶν βοῶν. Δήκω : δάκνω. Πῆ : ποῦ δή. Λήκω : σκάπτω. Χραισμῶ : βοηθῶ. Ὀλισθῶ : πλανῶμαι. παραβαίνω. ἐκλιστρῶ. Ἀρόσω : ἁρμόσω. Τέτιλται : ἀνέσπασται· ἐκ τοῦ Τίλλω , τὸ ἀνασπῶ. Αἰδοῦμαι : αἰσχύνομαι. Νίφω : βρέχω· ἐξ οὗ Νιφετός καὶ νιφάς . Νήθω : κλώθω. ἐξ οὗ Καὶ νῆμα . Οἰέσθω : νομιζέτω· ἐκ τοῦ οἴω. Ἔῤῥαγκα : ἐσκόρπικα· ἐκ τοῦ ῥαίνω. Ἐδόκει : ἐνομίζετο. Συναρτώμενον : συναρμοζόμενον. συντελειούμενον. Πρὸς παρόν : πρὸς ὀλίγον. Παρηνώχλει : ἐκώλυεν. Δοίημεν : παράσχοιμεν.
438 [20] Πρόδηλος : φανερά. Κέκλημαι : προσεκαλέσθην. Μοναδικήν : μόνην. Ἀλλοία : ἀλλοίωσις. Ἐδάμην : ἐδαμάσθην. Τὰ εἰς μι . Τίθημι : ποιῶ. Εἰμί : ὑπάρχω. Εἶμι : πορεύομαι. Ἵημι : πέμπω. Φημί : λέγω· καὶ ἀποβολῇ τοῦ φ , Ἠμί . Ζεύγνυμι : ζευγνύω. Ἐλήκησα : ἐσχίσθη. Κίχρημι : δίδωμι. Ἀφιᾶσι : πέμπουσι. Κῆρ : ἡνίκα ὀξύνεται, σημαίνει τὴν ψυχήν· περισπώμενον δέ, τὴν θανατηφόρον μοῖραν. Φῆρ : θηρίον· κατὰ τροπὴν τοῦ θ εἰς φ . Σής : ὁ σκώληξ. Σκώρ : ἡ σκωρία· οἱ δέ, τὸ κόπρον. Κρῖ : κρῖνον (sic), κατὰ ἀποκοπήν. Ὁ Γρᾶς : ὄνομα κύριον. Ὁ Λᾶς : ὄνομα ποταμοῦ· σημαίνει καὶ τὸν λίθον.
439 [25] Ζηνᾶς : ὄνομα κύριον. Θροῦς : θόρυβος. Σιμοῦς : ὄνομα ποταμοῦ, ἀπὸ τοῦ Σιμόεις συναιρεθέν. Εὔνους : φρόνιμος. Εὔπλους : ὁ καλῶς πλέων. Δρῦς : εἶδος δένδρου. Ἀπφῦς : ἀδελφός. Διονῦς : ὄνομα κύριον Διονύσου. Ὀσφῦς : ἡ ζῶσις. Πρωτεῦ : ὄνομα κύριον. Ἀγχοῦ : πλησίον. Θαλέας : ὄνομα κύριον. Σιμόεις : ὄνομα ποταμοῦ. Φθόϊς : εἶδος πλακοῦντος. Βόαξ : εἶδος ζώου. Ἀμέλει : νῦν. διὰ τοῦτο. Ἠώς : ἡ ἡμέρα. Πάνθους : ὁ πάντοτε τρέχων. Κυκεών : ταραχή· ἢ πόμα ἐκ πολλῶν βοτανῶν κατεσκευασμένον, ὅ ἐστι φάρμακον. Τυφώς : ὁ κυρτός. Χρή : προσῆκον. πρέπον. Πευστικόν : ἐρωτηματικόν. Γρῦ : ὁ τοῦ ὄνυχος ῥύπος. Ῥᾴ : ῥᾳδίως.
440 [30] εὐκόλως. Ἴθι : πορεύου. Λῶροι : λωρία. Κοῦραι : αἱ νέαι. Πῶλοι : οἱ ὄνοι· εἰ δὲ τὸ πο μικρόν, σημαίνει τοὺς οὐρανούς. Χηναλώπηξ : εἶδος ζώου, ἥντινα καλοῦσιν ἀλωποχῆνα. Ἀϋτή : βοή. κραυγή. Ἐΐσκω : ἀπεικάζω. Ἄσιος : ὁ ξηρός· ἀπὸ τοῦ Ἄζω , τὸ ξηραίνω, ἄζιος καὶ ἄσιος. Βάκχος : ὄνομα κύριον· σημαίνει καὶ τὸν οἶνον. Ὀλισθηρός : ἀπατηλός. Ἀτθίς : Ἀττική. Ἄλσος : σύμφυτος τόπος. Κένσαι : κεντρίσαι. ἀφανίσαι. Συνάπτουσιν : συγκρατοῦσιν. Πρόσφατον : τὸ νεωστὶ γεγονός. Εἰσδῦναι : εἰσελθεῖν. Μάκαιρα : μακαρία. Νενυχότος : πεπληγότος. Σύμβιος : ὁ ἐν τῷ βίῳ συζῶν. Μείων : μικρός. Λῴων : βελτίων, ἀπὸ τοῦ λωΐων. Ἀρείων : κρείττων. Κῷος : ἀπὸ τῆς Κῶ νήσου. Ἡρῷον : ἥρωος ναός. Μινῷος : ὄνομα κύριον. Μεμφίτης : ὁ ἀπὸ τῆς Μέμφιδος πόλεως. Τοπίτης : ὁ ἀπὸ τόπου. Ἀλήτης : πλανήτης.
441 [15] Ἀταρνή : ὄνομα ἔθνους. Εὐρείτης : ὁ καλῶς ῥέων. Ζελείτης : ὁ ἀπὸ Ζελείας πόλεως. Ἀκραγαντῖνος : πόλεως Σικελίας. Ἀληθές : ἀληθῶς· ἔστι δὲ ἐπίῤῥημα βεβαιώσεως. Ὑσμίνη : ἡ μάχη. Αἰητίνη : ἡ τοῦ Αἰήτου θυγάτηρ. Θριδακίνη : τὸ μαρούλιον. Χαρίσιος : ὄνομα κύριον, ἐξ οὗ καὶ Χαρισίου πόρτα. Ἀφροδίσιος : ὄνομα κύριον. Ἀρκείσιος : ὄνομα ποταμοῦ. Σιμοείσιος : ὄνομα κύριον· ὁ ἐν Σιμόεντι ποταμῷ γεννηθείς. Ἀντήρης : ἀντίθετος. ἀντίλογος. Φθογγήεις : φωνητικός. Ἐρεείνω : ἐρωτῶ.
442 [25] Φαείνω : λάμπω. Ἀλεείνω : ἐκκλίνω. φεύγω. Ὀρίνω : διεγείρω. Ὠδίνω : γεννῶ. Ἴκελος : ὅμοιος. Ἀνδροείκελος : ἀνδρὶ ὅμοιος. Μάσσω : μαλάσσω. Ἄισσω : ὁρμήσω· ἀπὸ τοῦ ἀΐσσω. Ἀπάμεια : ὄνομα πόλεως. Εὐήθεια : μωρία. ἄνοια. Πηνελόπης : ὄνομα γυναικός. Χαλκόβαρυς : ὁ ἀπὸ χαλκοῦ κατεσκευασμένος. Ἱππόδασυς : ὁ ἐξ ἱππείων τριχῶν δεδασυνιομένος. Θέρω : θερμαίνω. Μήδω : βουλεύω. Σαφῶ : ἀκριβῶ. Λαγνεία : πορνεία. Ἶρις : ὄνομα θεᾶς. Βριθύς : βαρύς. Πορίζω : δίδωμι. Πινδαρικός : ὄνομα κτητικὸν Πινδάρου, ἢ ἄλλο τι. Δημοσθενικός : ὄνομα κτητικὸν Δημοσθένους. Βοεικός : βόειος. Δαρεικός : Δαρείου κτῆμα· ἔστι δὲ ὄνομα βασιλέως. Δεκελεικός : ὄνομα τόπου. Κουρεῖον : ἔνθα οἱ κουρεῖς καθέζονται· σημαίνει δὲ καὶ τὸ φυλακτήριον. Ὀλέτειρα : ἡ ὄλεσις.
443 [30] Σπεῖρα : ἡ σύναξις. Ὡδί : ἀντὶ τοῦ, ὧδε. Δευρί : ἀντὶ τοῦ, δεῦρο. λίψ : ὄνομα ἀνέμου, ἐξ οὗ καὶ ἀπολίβασμα . Θρίψ : σκώληξ, ἐσθίων τὰ κέρατα. Κνίψ : εἶδος ζώου. Στείβω : περιπατῶ. Στοιβή : ἡ ὁδός. Νῖνος : ὄνομα κύριον· ὁ τὴν Νινευῒ κτίσας. Μῖμος : ἡ μίμησις. Ῥᾷον : εὔκολον. Ἀρείων : κρείττων. Πηνειός : ποταμὸς Θεσσαλίας. Ἀλφειός : ποταμὸς Ἠλίδος. Σπερχειός : ποταμὸς Παμφυλίας. Μηνιός : ὄνομα ποταμοῦ. Ἄχος . ἡ λύπη. Ἠχῶ : κτυπῶ. Ἧιχι : ἔνθα. ὅπου. Ἕκηλος : ἥσυχος. Ὄρχος : ὁ τοῦ χώρου ἔξαρχος· ἢ λάκκος. Εἱρκτή : φυλακή. Εἰρχθῆναι : φυλακισθῆναι. Ὀφρῦς : ἡ ἔπαρσις. Ἄθρους : ὁμοῦ. Ἀάπτους : ἀπροσπελάστους. Ἀήσυρα : μάταια. ἀλαμπῆ. Ἀΐω : ἀκούω. Ἰάπτω : πέμπω. Ἠΐθεος : ἰσόθεος. Ἠέλιος : ἥλιος.
444 [30] Ἵημι : πέμπω. Ὀΐω : κατὰ διάλυσιν, ὑπολαμβάνω. Ὀϊστός : τὸ βέλος. Ἰόμωροι : ἐπονείδιστοι. Ἐήνδανε : ἤρεσκε. Ἑώρων : ἔβλεπον. Ἔνθεν : αὐτοῦ. Ἀγορανόμος : ὁ διοικητής. Ὠγύγιος : ὁ ἀρχαῖος. Ἁγνός : ὁ καθαρός. Ἅζω : σέβομαι· ὅτε δὲ ψιλοῦται, ξηραίνω. Ἀζήνας : τὰς ξηράς. Ἀθῶος : ἀζήμιος. Ἀθερίζω : ἐξουθενῶ. Ἄχθος : βάρος. Ἄθροος : ἄφωνος. ὁ μὴ ἔχων φωνήν. Ἁφή : ἡ χείρ. Ἅπτομαι : κρατῶ. Ἥφαιστος : ἡ τοῦ πυρὸς οὐσία. Ἴφθιμος : ἰσχυρός. Ὦλλος : ἡ τοῦ βραχίονος καμπή. Ἑφθός : ἕψημα. Ἅλλομαι : πηδῶ. Ἐλλός : ὁ ἄφωνος. ἢ ἰχθύς. Ὀτρηρός : σπουδαῖος. ὀξύς. Ὀτοτύζειν : θρηνεῖν. λέγειν. Ὄτλος : ὁ μόχθος. Ἦμος : ἡνίκα. Ἦμαρ : ἡμέρα. Ἧλος : τὸ καρφίον· ὅτε δὲ γράφεται διὰ τῆς ει διφθόγγου, σημαίνει τὸν δοῦλον. Ὀπηδός : ἀκόλουθος.
445 [30] Ἔμπλην : ἐγγύς. πλησίον. Ἔμπουσα : Ὀνοσκελίς. ἢ φάσμα Ἑκατήσιον. Ἀνία : ἡ λύπη. Ἀνύω : πράττω. Ἀραιήν : ἰσχυράν. Ἀσία : ὄνομα τόπου. Ἄστυ : ἡ πόλις. Ἀστράγαλος : τὸ παρὰ τὸν πόδα ὀστοῦν. Ἀσάμινθος : τόπος, ἐν ᾧ λούονται. Ἀτύμνιος : ἀπὸ Ἀτύμνου πόλεως. Ἀττέλεβος : ἡ ἀκρίς. Ἄτταλος : ὄνομα κύριον. Ἄψοῤῥον : ἐξ ὑποστροφῆς. Ἅψεα : μέλη. σώματα. Ἁψίς : ἡ καμάρα· παρὰ τὸ κρατεῖν, καὶ ἅπτεσθαι. Ἔφεσος : ὄνομα πόλεως. Ὄζαινα : ὄνομα γυναικός. Ἶφι : ἰσχυρῶς. Ἰσχανόω : ἐπιθυμῶ. Ἠλύγη : τὸν σκοτεινόν. Ἠλίβατος : ὁ ὑψηλὸς τόπος. Ἡλιαία : ἡ ὑψηλή. Ἠλιτόμηνις : ὁ παρὰ μῆνα γεννηθείς. Ὀρεύς : ὁ ἡμίονος. Ὀρέγω : ἐπιθυμῶ. Ὀρόντης : ὄνομα ποταμοῦ. Ὠδινῶ : γεννῶ. Ὠλένες : αἱ χεῖρες. Αἰδοῦμαι : ἐντρέπομαι. Αἰζηός : νέος. Αἱμύλος : ἀπατηλός.
446 [25] Αἱρῶ : πορθῶ· σημαίνει δὲ καὶ τὸν αἱρετικόν. Οἶστρος : ἡ ἐπιτεταμένη μανία. Οἶμος : ἡ ὁδός. Αὐδῶ : φωνῶ. βοῶ. Αὔω : πνέω· ἐξ οὗ καὶ Αὐλή . Εὔβοια : ὄνομα πόλεως. Εὔμηλος : ἡ καλὰς μηλέας ἔχουσα. Εὐηχές : εὔφωνον. Εὕδω : καθέζομαι. Εὕω : καίω· ἐνίοτε καὶ φωτίζω. Οὐλή : ἕλκος· Οὔλη δέ, βαρυτόνως, ἡ κόμη καὶ ἡ κριθή. Ἑκών : θέλων. Ἐρύσω : ἐπὶ κοιλίας βαδίζω. Ἡσίοδος : ὄνομα κύριον. Ἠμύει : ἐπικλίνει. Ἥσσων : ἐλάσσων. Ἡσιόνη : ὄνομα κύριον. Ἤστην : ὑπῆρχον. Ἠρήρειστο : ἐπέπηκτο. Ἠρόμην : ἠρώτων. Ὅμιλος : πλῆθος. Ὀμηχῶ : οὐρῶ. Ῥᾶρος : ὄνομα κύριον. Στύξ : ὁ μισητός. Κίς : ὁ ἐν τῷ σίτῳ σκώληξ. κάρ : ὄνομα ἔθνους· ἐξ οὗ καὶ τό· Κᾶρες καὶ Παίονες ἀργυρότοξοι .
447 [25] Εἰλαπίνη : ὄνομα ποταμοῦ· σημαίνει δὲ καὶ τὴν εὐωχίαν. Μολυβδίνη : ὄνομα πόλεως. Ἄλκιμος : ὁ δυνατός. Κύδιμος : ὁ ἔνδοξος. Βούλιμος : ἡ μεγάλη λιμός. Μετοπωρινός : ὁ ἐπὶ χειμῶνα καιρός. Δάος : ἡ μάθησις. Φάρος : ἱμάτιον. Πάγος : ἡ εὐπραγία. Ἄβυδος : ὄνομα πόλεως. Λάβδακος : ὄνομα κύριον. Ἅμιλλα : ἡ συστροφή· ἢ ταραχή. εἴλησις. ἀνάμιξις. Ἀμύμων : ἄψογος. ἀγαθός. Ἀμῶ : συνάγω. Ἄμητος : θερισμός. Ἴτυς : ἡ τοῦ τροχοῦ περιφέρεια. Ἰτέα : ὄνομα δένδρου. Ἰτρίον : μέλος ἐντὸς τοῦ σώματος· ἔστι δὲ παρὰ τὸν κενεῶνα. Ἴτωνα : ὄνομα τόπου. Ἁνδάνω : ἀρέσκω· ἐξ οὗ καὶ τό· ἥνδανε θυμῷ . Κιχάνω : καταλαμβάνω. Κυλίω : ταράσσω.
448 [30] Κονίω : παλαίω. ἀλείφω. οἱ γὰρ παλαίοντες ἐπαλείφονται πρὸς τὸν ἀγῶνα. Ἀτίω : ἀτιμάζω· ἀπὸ τοῦ τίω, τοῦ τιμῶ, μετὰ τοῦ στερητικοῦ Α . Μηνίω : ὀργίζομαι. Ἔχις : ἡ ἔχιδνα. Ψηφίς : τὸ μικρὸν ψηφίον. Κρηνίς : ὑποκορυστικόν· σημαίνει δὲ τὴν πηγήν· κρήνη γὰρ ἡ πηγή. Βαλβίς : ἡ ἀφετηρία. Φαλκίς : τὸ φαλκίδιον. Σαρπίς : ὁ σάρπος. Ῥιπίς : ῥιπίδιον. Καρίς : ἢ καριδάριον. Ψάρ : ὄνομα ἔθνους. σημαίνει καὶ τὸν πρ.... Μάρτυρ : μάρτυς. Μάκαρ : μακάριε. Δάμαρ : γυνή. Ἀρκάς : ὄνομα ἔθνους. Κιχράς : διδούς. Ἐθάς : φίλος. συνήθης. Πιμπράς : ὁ ἐμπρηστής. Ἱμάς : ὁ λῶρος. Ἀνδριάς : στήλη ἀνδρός. Νεοκράς : ὁ νεωστὶ κεκραμένος. Ἐλικράς : ὁ ἐλαίῳ κεκραμένος· ἀπὸ τοῦ ἐλαιοκράς . Φρῦνος : παλαιὸς βάτραχος. Θῦνος : ἡ θύννα. Πλυνός : ὄνομα τόπου. Δεσπόσυνος : δεσπότης.
449 [25] Πίσυνος : πεπιστευκώς. Θάρσυνος : θρασύς. Πάχυνος : παχύς. Βόθυνος : ἡ τάφρος. Πόλτυνος : ὄνομα ὄρους. Βύνη : ὄνομα κύριον. Κερδοσύνη : κέρδος. ἐμπορία. Βριθοσύνη : βαρεῖα. Ὑποθημοσύνη : ὑποθήκη. Κορύνη : σιδηρᾶ ῥάβδος. Χελύνη : χελώνη· Χελύνιον καὶ τὸ χεῖλος. Τορύνη : ἡ καταπεπονημένη. Ὀτρύνω : διεγείρω. Καλλύνω : καλλωπίζω. Πυρκαϊά : λαμπρόν. Ἀγορά : ἐκκλησία. Μνᾶ : ἀπὸ τοῦ Μνῶ. Ἀγυιά : ἡ στενὴ ὁδός. ἡ ῥύμη. Ἄγκυρα : ὄνομα πόλεως. Κέρκυρα : ὄνομα πόλεως. Ὄλυρα : εἶδος σίτου. Ἐφύρα : ὄνομα πόλεως. Καλύπτρα : σκέπασμα. Ἐνέδρα : ἔγκρυμμα. Τάναγρα : ὄνομα πόλεως. Σκολοπένδρα : εἶδος θηρίου. Ῥόδιος : ὁ ἀπὸ τῆς Ῥόδου. Σάμιος : ὁ ἀπὸ Σάμου. Λάρος : ὁ γλάρος.
450 [15t] Πάρος : πρότερον. ἢ ἔμπροσθεν. Κλάρος : ὄνομα τόπου. Κάρος : ὄνομα νόσου. Ἱρεύς : ὁ ἱερεύς. Ἴρηξ : ἱέραξ. Οἱ νέκυς : οἱ νεκροί. Οἱ βότρυς : οἱ βότρυες. Εὐφυᾶ : εὐφυῆ. Εὐκλεᾶ : ἔνδοξον. Ἄργος : ἡ Πελοπόννησος. Ἱκέσθαι : παραγενέσθαι. Νηλέα : ἀνηλεῆ. Τέλος σὺν θεῷ τοῦ λεξικοῦ τῆς γραμματικῆς .