eul_wid: uhi-aa

Words in the Scriptures-Christ's Birth
Λόγοι ἐν ταῖς Γραφαῖς περὶ Γεννήσεως Χριστοῦ

Lexicographical Work Anonymous II Words in the Scriptures Christ's Birth PDF

The anonymous lexicographical work Words in the Scriptures-Christ's Birth is a grammatical treatise focused on the vocabulary found within the Biblical narratives of Christ's nativity. It systematically examines terms and phrases drawn from twenty-eight specific scriptural passages, providing definitions, grammatical commentary on their Koine Greek usage, and exegetical notes intended to clarify the meaning of the sacred texts. Operating within the early Christian tradition of applying philological scholarship to scripture, the work exemplifies the effort to create systematic tools for the study of Biblical Greek. Such grammatical aids were foundational for later scriptural commentary, theological education, and homiletic preparation. The treatise's manuscript tradition and edition history are not documented in major academic repositories or standard reference sources for classical and patristic literature. Its survival is noted only in catalogues of anonymous works, with no verified extant copies or fragments currently identified.

alpha 58 (1t) ΛΕΞΕΙΣ ΕΓΚΕΙΜΕΝΑΙ ΤΟΙΣ ΚΑΝΟΣΙ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ. Ἀρχὴ τοῦ Α. ἀφεγγεῖς · μὴ ἔχοντας φέγγος ἢ φῶς. ἀπεγράφης · ἠριθμήθης. ἀπαύγασμα · ἀκτὶς ἡλίου. ἀπήμαντον · ἀβλαβῆ· πῆμα γὰρ ἡ βλάβη.
alpha 59 ἄνα · βασιλεῦ. ἀφιγμένον · ἐληλυθότα. ἀχράντοιο · ἀχράντου. ἀχλύν · σκότος. αὖθις · πάλιν. αὐχένα · τράχηλον. ἀρρήτως · ἀλέκτως. ἀμείνω · καλλίονα, βελτίονα. ἀγραυλοῦντες · ἐν ἀγρῷ οἰκοῦντες. ἀστροπολοῦντας · ἀστεροσκοποῦντας. αὐδῶ · προσφωνῶ. ἀγριωπόν · ἀγριόφθαλμον. ἀπαρκέσαι · καταπαῦσαι. ἀμπλακ[ε]ίην · ἁμαρτίαν. ἄπλητα · μέγα, πολύ· ἐπιρρηματικῶς δέ. ἄσπετον · πολύ, ἄφθονον. ἀρωγέ · βοηθέ, λυτρωτά. ἀνθοποιόν · ἄνθη ἐκφέρουσαν. ἀμφ’ ὤμοισιν · ἀμφοτέροις τοῖς ὤμοις. ἀθρῶν · θεωρῶν. αἴσχους · ἁμαρτίας, αἰσχύνης, ὀνειδισμοῦ. ἀνειμένων · ἀνεῳγμένων. ἀκηράτου · ἀφθάρτου. ἁγιστία · ἁγιοσύνη. αἰγλῆντα · ἀστράπτοντα. ἀμείνονα · βελτίονα. ἀπηνές · σκληρόν. ἄντλημα · ὕδωρ. ἀρκύων · δικτύων. ἀναιρέτην · λυτρωτήν. ἀνηλίων · σκοτεινῶν, μὴ ἐχουσῶν ἥλιον. ἀντωθουμένη · βαρουμένη.
alpha 60 ἀπεχθοῦς · μισητοῦ. ἀπλανῆ τρίβον · εὐθεῖαν. ἄσεμνα · ἀπρεπῆ. ἀτρεκέστατος · ἀληθέστατος. ἄληπτος · ἀκράτητος. ἅλις · ἀρκούντως. ἄνασσα · βασίλισσα. ἀλθαίνοντα · ἰώμενον. ἀφύκτοις · ἃς οὐδεὶς δύναται φυγεῖν. ἃ πατρακουστής · ἃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἀκούσας. Ἀρχὴ τοῦ Β.
beta 60 (12t) βροτησίᾳ · τῇ ἀνθρωπίνῃ οὐσίᾳ. βακχεύσασαν · ὀρχουμένην, πλανηθεῖσαν, ἐξεστηκυῖαν. βατήν · βάσιμον. βεβυσμένα · βεβυθισμένα. βορῶν · στομάτων. βάσει · στηρίγματι. βρόχων · ἀγχονῶν, δεσμῶν. βρέτας · εἴδωλον. βροτοσσόων · βροτείων λόγων. Ἀρχὴ τοῦ Γ.
gamma 60 (22t) γεγῶσα · γεγονυῖα. γῆρυν · φωνήν. γενάρχην · τὸν τοῦ γένους ἀρχηγὸν Ἀδάμ. γεραίρων · δοξάζων. Ἀρχὴ τοῦ Δ.
delta 60 (27t) διαρτίας · διαπλάσεως. δορύκλυτον · ἔνδοξον μετὰ δόρατος. δορικτήτους · μετὰ δόρατος κτηθέντας. διαμπάξ · διόλου. διῶσαι · ἐκβαλεῖν.
delta 61 διαρθροῖ · διαπλάττει. δίναις · συστροφαῖς· δῖναι 〈γὰρ〉 τὰ κοιλώματα τῶν ὑδάτων. δρῶσα · ποιοῦσα. δοξούμενοι · κατοπτριζόμενοι. δεδορκότες · ὁρῶντες, ἰδόντες. δόμον · οἶκον. δυσκάθεκτον · δυσκράτητον. δυσκάθαρτον · ἀκάθαρτον. Ἀρχὴ τοῦ Ε.
epsilon 61 (10t) ἐπταικότα · πταίσαντα. ἐπιπνοίας · ἐπιπνεύσεως. εὐτελοῦς · ταπεινῆς. ἔχθους · μίσους. ἔμβρυον · παιδίον. ἐπισκοτεῖται · σκοτίζεται. ἐξαλεξῆσαι · βοηθῆσαι, ὑγιάσαι. ἐξακεύμενον νόσον · ἐξιώμενον νόσον. ἐξώρουσεν · ἐξώρμησεν. ἐξικνούμενον · κατερχόμενον. ἐῢς πάϊς · ἀγαθὸς παῖς. ἔχθιστον · μεμισημένον. ἑστῶσαν · ἐπηρμένην, ἐξεστηκυῖαν. εὐκτῶς · ὑγιῶς. ἐξοιστρημένου · ἠρεθισμένου. ἐξ ἐρημαίων λόφων · ἐξ ἐρήμων ὀρέων. ἔκριζον · ἀπορριζῶν τὴν ἁμαρτίαν. εὐεπίης · εὐλαλοῦς. εὐπάθεια · εὐτροφία, σπατάλη. ἐνάλιος · θαλάσσιος. εὖχος · δόξα. εἴκαθεν · ὑπεχώρησεν. ἐθρόησεν · ἐφόβησεν. ἔνθους · ἐκ θεοῦ κινηθείς. ἐνδίνοισιν · ἐντοσθίοις μέλεσιν. εὐδίνητον · εὔστροφον.
epsilon 62 ἐκπεράνας · εἰς πέρας εἰσαγαγών. Ἀρχὴ τοῦ Ζ.
zeta 62 (3t) ζοφώδους · σκοτεινοῦ. ζέσει · θέρμῃ. Ἀρχὴ τοῦ Η.
eta 62 (6t) ἠγκιστρωμένοι · ἠγρευμένοι, κεκρατημένοι. ἤπειρον · πεζὴν γῆν. ἠπειγμένον · φθάσαντα. ἠμφιεσμένος · ἐνδεδυμένος. ἥδεται · ἡδύνεται. ἦισεν · ὕμνησεν. Ἀρχὴ τοῦ Θ.
theta 62 (13t) θηρᾷ · ἀγρεύει. θυμηδίαν · χαράν, τέρψιν. θεόδμητον · ἐκ θεοῦ οἰκοδομηθεῖσαν. θᾶττον · ταχύ. θέσπιν ὄπα · θείαν φωνήν. Ἀρχὴ τοῦ Ι.
iota 62 (19t) ἰσθμός · γῆ μέσον δύο θαλασσῶν. προθμὸς δὲ τὸ ἐναντίον, θάλασσα μέσον δύο γαιῶν. ἱμερτόν · ἐπιθυμητόν, ἡδύ, καλόν. ἰλύν · ῥύπον. ἰῆτο · ἰᾶτο. ἰόν · παραγενόμενον. ὅρα, ὦ ἀναγινώσκων, μὴ τὸν τοῦ ὄφεως ὑπολάβῃς ὧδε εἰρῆσθαι ἰόν, ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τῆς Πεντηκοστῆς πνεῦμα ἐρχόμενον. ἰλιγγιᾷ · ἀτονεῖ, σκοτοῦται. ἱδρυμένος · καθήμενος. ἰσοσθενοῦσαν · ἰσοδυναμοῦσαν. ἰῆς · τῆς σῆς. λέγεται δὲ καὶ ἐπὶ μιᾶς. ἰσοσθενής · ἰσοδύναμος. Ἀρχὴ τοῦ Κ.
kappa 63 (1t) κευθμῶνας · ἀφεγγεῖς τόπους. καββαλών · καταβαλών. καθειργνύς · κατακλείσας. κλύσαντα · βυθίσαντα. κλέος · δόξαν. κεκευθμένον · κατακεκρυμμένον. κεκρύφεις · ἔκρυψας. καθιδρύει · κάθηται καὶ καταμένει. κλισμοῖσι · θρόνοις. Ἀρχὴ τοῦ Λ.
lambda 63 (11t) λυγρῶς · ἐλεεινῶς, ἀθλίως. λυπρῶς δὲ ἀντὶ τοῦ λυπηρῶς κεῖται. λύμην · φθοράν. λόφων · ὀρέων. λελιπαρημένον · παρακεκλημένον. λέσχην · φλυαρίαν, ἀκαιρολογίαν. Ἀρχὴ τοῦ Μ.
mu 63 (18t) μυχοῖς · ἐνδοτέροις τόποις. μολεῖν · ἔρχεσθαι. μίμνουσι · μένουσι. μύστης · μυσταγωγός, ἢ μυστήρια εἰδώς. μέλας · σκοτεινός. μέδων · βασιλεύς. μελέων · ὕμνων. Ἀρχὴ τοῦ Ν.
nu 63 (26t) νεηγενές · ἀρτιγενές. ναίων · οἰκῶν. νάουσι · ῥέουσι. νηδύν · γαστέρα. νοσφισμός · χωρισμός. νημερτές · ἀληθές. Ξ.
xi 63 (33t) ξύμπαντας · τοὺς σύμπαντας. Ἀρχὴ τοῦ Ο.
omicron 64 (1t) ὄπα · φωνήν. ὄλβον · χρέως, πλοῦτον. οἰκτρῶς · ἐλεεινῶς, ἀθλίως. ὄλισθον · πλάνον. ὀλλύμενον · ἀπολλύμενον. οἶος ἐξ οἴου · μόνος ἐκ μόνου. ὀθνείαν · ξένην. ὀρεκτόν · ἐπιθυμητόν. Ἀρχὴ τοῦ Π.
pi 64 (10t) πολύστονα · πολυστένακτα. πήματα · βλάβη. παρειμένας · παρεωρημένας. ἢ καὶ παρηγμένας, οἱονεὶ παρελθούσας. προνομεύσας · διαρπάσας. παμφαοῦς · φαιδροτάτης. πυρσῷ · φωτί. πηλίνης · γηΐνης. πενιχρόν · ταπεινόν. πρὸς πατρός · παρὰ πατρός. παμπήδην · παντελῶς, ὁλοσχερῶς. πολυρρύτοισι · πολυ〈ρ〉ρέουσι. προμηθίᾳ · ἐπιμελείᾳ, προνοίᾳ. ποντίου · θαλαττίου. πόλοιο · πόλου, οὐρανοῦ. ποτνιᾶται · παρακαλεῖται, ἢ νῦν τιμάζεται, δοξάζεται. πέλειαν · περιστεράν. προσηνῆ · εὐμενῆ. πανόλβιον · πᾶν ἔχουσαν, πάμπλουτον. πρόσθεν · πρῶτον. περαίνεις · ποιεῖς, πληροῖς. πορίζων · ἀπεργαζόμενος. πέδας · δεσμούς. πατροσθενὲς ξύμμορφον · πατροδύναμον καὶ σύμμορφον. προσιτήν · βάσιμον.
pi 65 πανολβίῳ · πολυπλούτῳ. ποππυσμάτων · ὕβρεων, κολακιῶν. πόντος · πέλαγος. Ἀρχὴ τοῦ Ρ.
rho 65 (5t) ῥώμη · ἰσχύς, δύναμις. ῥοαῖς · τοῖς ῥέουσιν ὕδασιν. ῥυπτόμενον · καθαιρόμενον. ῥήγνυσι γῆρυν · ῥήσσει, διασπαράσσει. ῥᾷον · εὔκολον, εὐχερές. ῥυπτικόν · καθαρτικόν. ῥήτρας · ῥήτορας. Ἀρχὴ τοῦ Σ.
sigma 65 (13t) σπέος · σπήλαιον. σίντιν · σκώληκα βλαπτικόν. σμήχων · καθαίρων. στείβει · περιπατεῖ. σθένει · δυνάμει. σέλας · φῶς. στέργειν · ἀγαπᾶν, ἐμμένειν. σιωνίταις · τοῖς τὴν Σιὼν οἰκοῦσιν. σέθεν · σοῦ. σέβας · προσκύνησις, τιμή. συνεδριάζων · συγκαθεζόμενος, συγκαθήμενος. Ἀρχὴ τοῦ Τ.
tau 65 (25t) τελεῖ · γίνεται, ὑπάρχει. τρίβον · ὁδόν. τριττοὶ θεουδεῖς · τρεῖς θεοειδεῖς. τρανῶς · σαφῶς, φανερῶς. τεθηγμένους · ἠκονημένους. τριτταῖς · τρισσαῖς. τάλαινα · ἀθλία. τιμῆεν · ἔντιμον. Ἀρχὴ τοῦ Υ.
upsilon 66 (1t) υἷας · υἱούς. ὑλικήν · ὑλώδη, φθαρτήν. ὑπέσχες · ὑπέδωκας. ὑφαίνειν · ποιεῖν. ὕδειν · ὑμνεῖν· παρὰ τὸ ὑάδειν κατὰ συγκοπήν. Ἀρχὴ τοῦ Φ.
phi 66 (7t) φύτλης · φυλῆς ἢ φύσεως. φυράματος · διαπλάσεως. φλοιδούμενος · φλογιζόμενος. φέριστον · ἐξοχώτατον. φερέζωον · φέρον ζωήν. φερέσβιον · ζωοποιόν. φλᾶν · θλᾶν. φρυκτωρίας · λαμπαδουχίας, δᾳδουχίας. φυεῖσα · ὑπάρξασα, γεννηθεῖσα. φρυαττόμενος · ὑπερηφανευόμενος. φάους · φωτός. Ἀρχὴ τοῦ Χ.
chi 66 (19t) χώρου · τόπου. χειραπτήσας · κρατήσας, χειρὶ ἁψάμενος. χοϊκός · ἀπὸ γῆς ὤν. χαὑτῷ · καὶ αὑτῷ· καὶ κατὰ ἀποβολὴν τοῦ ι τοῦ καὶ συνδέσμου καὶ κράσει τοῦ α καὶ αυ 〈καὑτῷ〉, καὶ διὰ τὸ δασὺ πνεῦμα τοῦ αυ τρέπεται τὸ κ εἰς χ . Τὸ δὲ Ψ ἐν χρήσει οὐχ εὕρηται.
omega 66 (27t) Ω. ὠδίς · ὠδῖνος· σημαίνει καὶ τὴν γέννησιν. ὤκιστα · τάχιστα. ὡς ἄημα · ὡς πνεῦμα· ἄημα γὰρ τὸ πνεῦμα παρὰ Διογενιανῷ. Τέλος σὺν θεῷ τοῦ λεξικοῦ τῶν κανόνων κατὰ ἀλφάβητον.