eul_wid: pwi-ab
ΦυσιογνωμονικάPhysiognomics
Pseudo-Polemon Physiognomics PDF
| 170 | [p. 298 Fr.] Θυμώδους σημεῖα τάδε εἰσίν· ὀρθὸς τῷ σχήματι, εὔπλευρος, εὔρυθμος, ἐπίπυρρος, ὠμοπλάται [p. 299] διεστηκότες μεγάλοι καὶ ἐγκρατεῖς, λεῖος τὰ περὶ στῆθος καὶ βουβῶνα, δασυπώγων, τὰ νῶτα εὐρύς, ὁ περί- τροχος τῶν τριχῶν κάτω βλέπων, καὶ ὅσοις τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν δέρμα περιίσταται, καὶ οἱ στρογγυλοπρόσωποι, καὶ ὀφρύες οἷαι τῶν στρυφνῶν, καὶ ῥινῶν κοιλότης. |
| 171 | Φιλολοιδόρου σημεῖα· τὸ ἄνω χεῖλος μετέωρον καὶ τὸ κάτω προπετές, ὑπέρυθροι [p.30] ἐπίπυρροι· ἀναφέρεται ἐπὶ τοὺς κύνας ἴδοι δʼ ἄν τις καὶ ἐπὶ τῶν γεγηρακότων ἵππων. |
| 172 | Λάγνου σημεῖα· λευκόχρως, δασὺς τῇ ὑπήνῃ, εὐθείας καὶ παχείας τὰς τρίχας ἔχων, λιπαρὸν τὸ ὄμμα καὶ μάργον, 1. Θυμώδους — εἰσίν tituli loco x cf. Pseudarist. p. 34, 11 sq. εἰσίν] εἰσι C Ro om. P 2. ἐπίπυρρος Sylb επίπυρος x 3. διεστηκότες scripsi e C διεστακότες P διεστηκυῖαι Ro μεγάλοι scripsi coll. p. 409, 15 ὠμοπλάται εὐρεῖς διεστηκότες μεγα P μεγάλαι C Ro τὰ ἀκρωτήρια μεγάλα Schneider καὶ ἐγκρατεῖς] καὶ πλατεῖς, ἀκρωτήρια μεγάλα καὶ ἐγκρατῆ? cf. p. 34, 14 4. στῆθος Ro στήθους P C περίτροχος Vulcan. περίτρυχος P C περίτριχος Ro περίδρομος Sylb. cf. p. 431, 1 5. τριχῶν] τροχῶν Ro καὶ om. P 6. δέρμα] τρίχωμα? cf. phys. lat. 108 capillus non planus sed assurgens στρογγυλοπρόσωποι] στρογγυλομέτωποι? cf. phys. lat. l. l. frons rotunda et Ar. h. a. I, 9 p. 491b 13 οἷς (μέτωπον) περιφερές, θυμικοί 7. στρυφνῶν Sylb. et Vulcan. στρεφνῶν P Ro στρεφων C 8. Φιλολοιδόρου σημεῖα tituli loco x cf. Pseudarist. p. 36, 11 sq. Φιλολοιδόρου] Φιλοδόρου C 9. τὸ om. Ro ὑπέρυθροι del. Rosius Ar. Ps. p. 701 ἐπίπυρροι Sylb. ἐπίπυροι x 10. κύνας] κάνας C ἴδοι Sylb. ἴδη x 11. Λάγνου σημεῖα tituli loco x cf. Pseudarist. p. 38, 8 sq. in C hoc caput post Λάλου et Φιλύπνου σημεῖα (c. 73 et 74) extat λευκόχρως| λευκόχρωος C Rο 12. μάργον] ἀμαρύσσον u σκέλη λεπτὰ καὶ νευρώδη καὶ ὅλως ὀρνιθώδη, δασύτης σκε- λῶν, γαστρὸς καὶ ὀμμάτων λιπαρότης, καὶ τὸ ἀνεσπάσθαι τὸ γένειον πρὸς τὴν ῥῖνα καὶ περιφέρειαν κοίλην ἔχειν τὸν τόπον τὸν [ p. 31] μεταξὺ τῆς ῥινὸς καὶ τοῦ γενείου, οἷον εἶχε Σωκράτης ὁ καλός. καὶ οἷς ὑγροὶ οἱ ὀφθαλμοί, οἱ τοιοῦτοι λάγνοι καὶ οἷς ἡ φλὲψ ἐν τῷ βραχίονι, καὶ οἱ ῥικνοὶ τὰς κνήμας. |
| 173 | Λάλου σημεῖα· οἱ τὰ ἄνω μείζω ἔχοντες καὶ γλα- φυροὶ τῷ εἴδει καὶ δασεῖς τὰ περὶ τὴν κοιλίαν. |
| 174 | Φιλύπνου [ p. 32] σημεῖα· οἱ τὰ ἄνω ἔχοντες μείζω καὶ ὑπνώδεις καὶ θερμοὶ καὶ εὔεκτον σάρκα ἔχοντες. |
| 175 | Φθονεροῦ σημεῖα· οἱ τὰ ἀριστερὰ μείζω ἔχοντες καὶ οἷς αἱ ὀφρύες ἐπὶ τὰ βλέφαρα καθήκουσιν. |
| 176 | Ὅσοῖς ὁ σπόνδυλος ἐξέστηκε κατὰ τὴν συναφὴν τοῦ τραχήλου, [ p. 303] ὑβρισταί· ἀναφέρεται ἐπὶ τοὺς ὗς. |
| 177 | Οἱ τῶν χειλῶν τὸ κάτω τοῦ ἄνω προβεβλημένον ἔχοντες βλάκες, μετέωροι, ἀσθενεῖς, μοχθηροί· ἀναφέρεται ἐπὶ τοὺς ὄνους. |
| 178 | Οἱ τὴν ῥῖνα ἄγαν πλατεῖαν ἔχοντες δειλοί· ἀνα- φέρεται ἐπὶ τοὺς ὗς. |
| 179 | Οἱ τὸ πρόσωπον σαρκῶδες ἔχοντες [p. 305] ῥᾴθυμοι· ἀναφέρεται ἐπὶ τὸ θῆλυ καὶ τοὺς βοῦς. οἱ τὸ πρόσωπον ἄγαν ὀστῶδες ἔχοντες ἐπίπονοι καὶ δειλοὶ καὶ μικρόψυχοι· ἀνα- φέρεται ἐπὶ τοὺς ὄνους καὶ πιθήκους καὶ ἐλάφους. οἱ τὸ πρόσωπον ἄγαν μικρὸν ἔχοντες κακοῦργοι· ἀναφέρεται ἐπὶ τοὺς πιθήκους. οἱ τὸ πρόσωπον μικροπρεπὲς ἔχοντες μικρό- ψυχοι, ἀνελεύθεροι. |
| 180 | Οἱ μεγάλα ἔχοντες χείλη ἀσελγεῖς, οἷς δὲ μεῖζον τὸ ἄνω τοῦ κάτω, ἄψυχοι· οἷς δὲ ἔμπαλιν τοῦ ἄνω τὸ κάτω, 1. ante Οἱ titulus δειλοῦ (δηλοῦ PC) σημεῖα x ἄγαν] num ἄκροθεν, ut Pseudarist. p. 66, 2? δειλοί Ro δηλοί C δηλοῖ P ἀναίσθητοι Pseudarist. 2. τοὺς ὗς] τοὺς πιστοὺς αἴνω C, in marg. m τὰς αἶγας Petreius vertit: hoc ad caprarum genus refertur 3. ante Οἱ titulus ῥαθύμου (ῥαθυμοῦ P) σημεῖα in x ἄγαν βραχεῖαν] ἄγαν βραχὺ PC num ἄκραν παχεῖαν, ut Pseudarist. p. 64, 19? 4. βοῦς ἢ Rosius l. l. βούς. ᾒ C βοῦς. οἱ PRo βοῦς. οἱ κατὰ (τοὺς πλατυρύγχους τῶν ὀρνίθων) Sylb. πλατυρυγχους Sylb. πλατυρίγχους x 5. οἱ C et Rosius l. l. om. PRo ῥῖνα inser. Schneider et Rosius πρόγλωσσοι] πρόγλωσσος C 6. χῆνας Rosius ῥώ- νας x ὀνίσκους Franz cf. phys. lat. § 125 anser animal est — clamosum — naribus longis et directis 8. ὅσοις — 9 γινό- μενον] cf. Pseudarist. p. 66, 14 sq. 10. ἴδοι Sylb. ἴδη x 12. ἄγαν] ἄνγαν C 13. μικρόψυχοι scripsi coll. Pseudarist. p. 68, 4 ψυχροί x 14. πιθήκους] ἐπιθήκους C 15. ἄγαν — 16 πρόσωπον om. C 16. πιθήκους scripsi coll. Pseudarist. p. 68, 5, ut Petreius vertit: hoc praesertim ad simiarum na- turam refertur (cf. de Pol. phys. p. 26) ὄνους PRo 18. μεῖζον Ro μείζω PC 19. τοῦ] τῶ C ἐναντίον βλάκες. ὑώδεις δέ εἰσιν, οἷς τὰ κατὰ τοὺς κυνό- δοντας ἐπῆρται, οἷς δὲ τὰ κατὰ τοὺς τομεῖς, κυνώδεις. |
| 181 | [p 306] Τῶν ἐρώντων ὑπάρχει σημεῖα τοιαῦτα· ὀφθαλ- μοὶ κοῖλοι οὐ δακρύοντες, φαινόμενοι δὲ ὡς ἂν ἡδονῆς πεπλη- σμένοι εἰσίν, κινεῖται δὲ αὐτοῖς καὶ τὰ βλέφαρα πυκνά, τῶν τοῦ σώματος μερῶν συμπιπτόντων μόνοις τοῖς ἐρῶσιν οὐ συμπίπτουσιν. πορνεία ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ἐν μετεωρι- σμοῖς ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τοῖς βλεφάροις γινώσκεται. |
| 183 | [p. 307 Fr.] Γυναῖκες ἑταιρίστριαι, γυναικώδει φίλαν- δροι, ἀκάθαρτοι, αἷς αἱ κνῆμαι [p. 38] περὶ τὸ σφυρὸν παχεῖαι καὶ οἱ δάκτυλοι τῶν ποδῶν μικρὸν ἀπεσχισμένοι, ὥσπερ τοῖς στε- 1. ὑώδεις scripsi coll. Pseudarist. p. 64, 12 sq. κυνόδοντες x κυνώδεις? Sylb. οἷς Ro οἱ PC τοὺς κυνόδοντας Schnei- der coll. Pseudarist. l. l. τῶν κυνοδόντων x 2. οἷς δὲ τὰ κατὰ τοὺς τομεῖς scripsi ἰώδεις (ἰ in αι corr. m C), εἰς δὲ τοὺς τομίας x εἰ δὲ εἰς τοὺς τομίας vel γρ. ὑώδεις Vulcan ἐπῆρται ὑώδεις, οἷς δὲ κατὰ τοὺς τομίας? Schneider κυνώδεις scripsi κοινώδεις PC κιναίδοι Ro κίναιδοι Sylb. ad cinedorum vitium declinant Petr. 3. Τῶν ἐρώντων — 7 συμπίπτουσιν] sumpta. sunt ex Oribasio Syn. VIII, 9 vel Paulo Aegin. III, 17 παρα- κολουθεῖ δὲ τοῖς ἐρῶσι τάδε· ὀφθαλμοὶ κοῖλοι καὶ οὐ δακρύουσι, φαινόμενοι δὲ ὡσὰν ἡδονῆς πεπληρωμένοι εἰσίν, κινεῖται δὲ αὐτοῖς καὶ τὰ βλέφαρα θαμινά, τῶν τε ἄλλων τοῦ σώματος μερῶν συμπιπτόντων οὗτοι μόνοι τοῖς ἐρῶσιν οὐ συμπίπτουσιν. τῶν ἐρώντων scripsi e C τῷ ἐρῶντι PRo σημεῖα τοιαῦτα scripsi e PC τοιαῦτα σημεῖα Ro 4. πεπλησμένοι C (et Sylb.) πε- πλασμένοι PRo 5. εἰσίν] εἶεν Sylb. κινεῖται Ro κινεῖ P κοινοῖται C 7. πορνεία — 8 γινώσκεται sumpta sunt ex Ies. Sirac. 26, 9 πορνεία γυναικὸς ἐν μετεωρισμοῖς ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τοῖς βλεφάροις αὐτῆς γνωσθήσεται cf. Clem. Alex. Paed. III, 11, 70 μετεωρισμοῖς] μετεωρισμένοις C 8. inter γινώσκεται et 9 γυναῖκες sequitur in x c. 82 ταῦτα — ἐπιστήμην ═ p. 425, 8 sq. 9. Γυναῖκες ἑταιρίστριαι (ἐπερίστριαι C) tituli loco x γυναικώδεις] γυναικόδεις C γυναῖκες Schneider φίλανδροι Schneider φιλάνδριοι x 10. περὶ scripsi coll. Pseudarist. p. 30, 7 et Suid. s. v. μισήτη, ubi falso παρά legitur (Arist. Byz. p. 169 Nauck) πρὸς x 11. μικρὸν] μικρῶνὸ C στεγανόποσι Vulcan. et Struv. στενόποσι PRo στενόμασιπο C γανόποσι τῶν ὀρνίθων, καὶ αἷς σκαφοειδὴς ὁ περίδρομος τῆς κεφαλῆς. |
| 185 | [ p.309] Οἱ στενόποδες ἠλίθιοι, δειλοί οἱ δὲ μὴ ἔχοντες τὸ [p. 310] ἐντὸς κοῖλον τοῦ ποδός, ἀλλʼ ὅλῳ βαίνοντες παν- οῦργοι, ὥσπερ καὶ τὴν ἀλώπεκα λόγος ἔχει. |
| 186 | Οἱ βραχυδάκτυλοι καὶ παχυδάκτυλοι χειρῶν τε καὶ ποδῶν ἠλίθιοι· πάντως δὲ οὐ τούτους ὑπολαμβάνειν τοῦτο, ἀλλὰ εἰ σῶμα μήτε βραχεῖς μήτε παχεῖς ὦσιν, ἀμέλει [δὲ] οὕτως ὑπολαμβάνειν. οἱ συμπεφυκότας τοὺς δακτύλους ἔχον- τες δειμαλέοι, ὥσπερ καὶ οἱ κύνες εἰσίν. |